untitled

Η θεία Ευδοκία ήταν τότε γύρω στα είκοσι υποθέτω, γιατί δεν ξέρω, και δούλευε σε ένα εργαστήρι στα πατήσια όπου ζωγράφιζε με πινέλα πάνω σε φλυτζάνια και πιατάκια, λουλούδια, πουλιά, και τέτοια. Ένα βράδυ την είδα σε μιά αλάνα, ένα κενό μεταξύ σπιτιών, σαν παιδική χαρά χωρίς στολίδια, με έναν άντρα. Φορούσε πλισέ φούστα και φαίνονταν σαν τον πύργο του άιφελ. Αυτός δεν ήταν ξένος γιατί στεκόταν μέσα σε μιά λακούβα νερό χωρίς να δίνει σημασία. Ο κόσμος μύριζε γαρδένια.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s